ἄλοχος

ἄλοχος
partner of one's bed
fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • άλοχος — (I) ἄλοχος, η (Α) (λέξη ποιητική) 1. σύντροφος στο κρεβάτι, σύζυγος, γυναίκα 2. μαιτρέσα, παλλακίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ αθροιστ. + λόχος «μέρος όπου πλαγιάζει κανείς, πλάγιασμα». Αρχική σημ. του ἄλοχος «αυτός που μοιράζεται το ίδιο κρεβάτι»]. (II)… …   Dictionary of Greek

  • ἀλόχω — ἄλοχος partner of one s bed fem nom/voc/acc dual ἄλοχος partner of one s bed fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχοιο — ἄλοχος partner of one s bed fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχοις — ἄλοχος partner of one s bed fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχοισι — ἄλοχος partner of one s bed fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχοισιν — ἄλοχος partner of one s bed fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχου — ἄλοχος partner of one s bed fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχους — ἄλοχος partner of one s bed fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχων — ἄλοχος partner of one s bed fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχῳ — ἄλοχος partner of one s bed fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.